κόμμα


κόμμα
[комма] ουσ. о. партия,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κόμμα" в других словарях:

  • κόμμα — stamp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κόμμα — Οργανωμένη πολιτική ομάδα, που συνιστά μια ελεύθερη οργάνωση ανθρώπων, η οποία, βασιζόμενη σε μια κοινότητα ιδεολογικού προσανατολισμού ή συμφερόντων, επιδίδεται σε προπαγάνδα, προσηλυτισμό και πολιτικό αγώνα, για την πραγματοποίηση –με την… …   Dictionary of Greek

  • κόμμα — το, ατος 1. πολιτική παράταξη, πολιτικό κόμμα: Τις εκλογές τις κέρδισε το λαϊκό κόμμα. 2. στη γραμματική, σημείο στίξης (,) που χωρίζει δύο προτάσεις ή τα μέρη μιας φράσης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κόμμα — [кома] ουσ. о. (γραμ.) запятая …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Συντηρητικό κόμμα — Κόμμα της Μ. Βρετανίας που έπαιξε σημαντικό ρόλο και στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Το Σ. κ., συγκροτήθηκε γύρω στα μέσα του 19ου αι. και προέρχεται από το κόμμα των Τόρηδων. Η λέξη «συντηρητικοί» είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί στην πολιτική… …   Dictionary of Greek

  • Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας — (ΚΚΕ). Το παλαιότερο εν λειτουργία κόμμα της σύγχρονης Ελλάδας. Συγκροτήθηκε το 1918 με τη συνένωση μικρότερων πολιτικών και συνδικαλιστικών φορέων και ομίλων, με την ονομασία Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ), ενώ έλαβε τη σημερινή του… …   Dictionary of Greek

  • Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, εσωτερικού — (ΚΚΕ εσωτ.). Πολιτικό κόμμα που προέκυψε μετά τη διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (βλ. λ.) το 1968, μετά από διαφωνία ανάμεσα στις δύο πτέρυγές του, που υποστήριζαν οι μεν τη συνέχιση στην υποστήριξη της πολιτικής της Σοβιετικής… …   Dictionary of Greek

  • Partido Liberal (Grecia) — Κόμμα Φιλελευθέρων Komma Fileleftheron Partido Liberal Presidente Nikitas Venizelos Fundación 1910 Ideología política Liberalismo Afiliación internaciona …   Wikipedia Español

  • κόμμ' — κόμμα , κόμμα stamp neut nom/voc/acc sg κόμμι , κόμμι gum neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κομμάτων — κόμμα stamp neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)